About this ebook
Επιστρέφει στο Γουίνκροφτ, την παραθαλάσσια έπαυλη όπου πέρασαν τόσες νύχτες με μυστικά, έρωτες και σχέδια να αλλάξουν τον κόσμο, ελπίζοντας ότι θα φτάσει στον πυρήνα των σκοτεινών ερωτήσεων που τη βασανίζουν σχετικά με τον θάνατο του Τζιμ. Καθώς όμως η επίσκεψη εξελίσσεται σε μια θολή βραδιά από βεβιασμένα αστεία και ανεξιχνίαστες σιωπές, η Μπίατρις διαισθάνεται ότι ποτέ δεν πρόκειται να μάθει την αλήθεια.
Τότε ένας μυστηριώδης άνδρας χτυπάει την πόρτα. Με απόλυτη φυσικότητα, τους ανακοινώνει το αδιανόητο: ο χρόνος γι' αυτούς έχει κολλήσει και μπορεί να ξεκολλήσει μόνο αν οι πρώην φίλοι πάρουν μια συγκλονιστική απόφαση. Τώρα η Μπίατρις έχει μια τελευταία ευκαιρία να βρει τις απαντήσεις... και να ζήσει.
Ποιος θα γλιτώσει από την Παγίδα του Χρόνου;
Υπέροχα ανατριχιαστικό… Ένα μυστήριο μέσα σ' ένα μυστήριο.
The New York Times
Ένα θρίλερ που καθηλώνει τον αναγνώστη από την πρώτη σελίδα.
Hypable
Μια καλοδουλεμένη ιστορία που σε στοιχειώνει, ιδιαίτερα τους αναγνώστες με φιλοσοφικές αναζητήσεις.
Kirkus Review
Related to Στην παγίδα του χρόνου
Related ebooks
Όλοι ήμασταν ψεύτες Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΗ μυστική ιστορία Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΌ,τι αγαπώ το φέρνω μαζί μου Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΗ φλόγα μέσα μας Rating: 0 out of 5 stars0 ratings5η και τυχερή Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΧαρούμενο μέρος Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΗ Τζόντι και η κάρτα βιβλιοθήκης: Τζόντι Μπρουμ, #1 Rating: 5 out of 5 stars5/5Άτλας: Η ιστορία του Πα Σαλτ Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΠροσωπική Υπόθεση Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΗ φίλη Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΟι Φόνοι του Νυχτολούλουδου Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΌσα Χωράει Μια Στιγμή Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΡίτα Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΔεσμευμένη με τον Κίνδυνο Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΟ Πύργος του Σλέι Μπελ Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΔεν την είδε κανείς: Δυο οικογένειες, μια κοινή τραγωδία Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΌσα τον θυμίζουν Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΜισή καρδιά Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΟ δεύτερος γάμος Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΚίνδυνος τον Ιούλιο Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΗ ορμή του ταύρου Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΚι ως την άλλη μου ζωή θα σε λατρεύω Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΣχεδόν μήνας του μέλιτος Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΆνθρωποι που διαβάζουν στην παραλία Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΟ πλαστός πίνακας Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΗ Χαμένη Κόρη Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΚοίτα με Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΜυστήριο στην Οξφόρδη Rating: 0 out of 5 stars0 ratingsΧωρίς έρωτα: Δώσε στη φιλία τη μαγεία που θα έδινες σε έναν έρωτα... Rating: 0 out of 5 stars0 ratings
Related categories
Reviews for Στην παγίδα του χρόνου
0 ratings0 reviews
Book preview
Στην παγίδα του χρόνου - Marisha Pessl
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
1
Είχα να μιλήσω με τη Γουίτλι Λάνσινγκ, ή με κάποιον από τους άλλους, πάνω από έναν χρόνο.
Όταν έφτασε το μήνυμά της, μετά το τελευταίο διαγώνισμα της εξεταστικής, είχε μια μορφή αναπόφευκτου, σαν κομήτης που σκίζει τον νυχτερινό ουρανό ή σαν σημάδι της μοίρας.
Χαθήκαμε. wtf. #notcool. Συγγνώμη. Το Σύνδρομο Τουρέτ¹ ξαναχτυπά. Πώς πήγε το πρώτο έτος; Φανταστικά; Φρίκη;
Σοβαρά τώρα. Μας έχεις λείψει.
Σπάω τη σιωπή επειδή η παρέα πάει Γουίνκροφτ για τα γενέθλιά μου. Η Σούπερ Λίντα θα είναι στη Μαγιόρκα και ο Ε.Σ.Σ. Μπαρτ παντρεύεται στο Σεντ Μπαρτ για τρίτη φορά (μια γιόγκισσα βίγκαν). Το σπίτι θα είναι δικό μας το Σαββατοκύριακο. Όπως παλιότερα.
Θα έρθεις; Τι λες, Μελισσούλα;²
Carpe noctem.
Άδραξε τη νύχτα.
Ήταν η μοναδική κοπέλα που ήξερα, η οποία μπορούσε να κοιτάζει από ψηλά τον κόσμο, σαν μοντέλο του Dior που βαδίζει στην πασαρέλα με δερμάτινα ρούχα, ενώ συγχρόνως μιλούσε λατινικά σαν να ήταν η μητρική της γλώσσα.
«Πώς τα πήγες στο διαγώνισμα;» με ρώτησε η μαμά όταν ήρθε να με πάρει.
«Μπέρδεψα τον Σωκράτη με τον Πλάτωνα και η ώρα τελείωσε πριν προλάβω να ολοκληρώσω το γραπτό μου», είπα βάζοντας τη ζώνη ασφαλείας.
«Είμαι σίγουρη ότι τα πήγες εξαιρετικά». Χαμογέλασε, κοιτάζοντάς με προσεχτικά. «Πρέπει να κάνουμε κάτι άλλο;»
Κούνησα το κεφάλι μου αρνητικά.
Είχαμε αδειάσει ήδη μαζί με τον μπαμπά το δωμάτιό μου, στη φοιτητική εστία. Είχα επιστρέψει τα συγγράμματα στον φοιτητικό σύλλογο για να εξασφαλίσω έκπτωση 30% το επόμενο έτος. Η συγκάτοικός μου, μια κοπέλα από το Νιου Χέιβεν ονόματι Κέισι, γύριζε στην πόλη της κάθε Σαββατοκύριακο για να βλέπει τον φίλο της. Την είχα δει ελάχιστες φορές μετά την εγγραφή μας.
Το τέλος του πρώτου έτους στο κολέγιο Έμερσον ήρθε και πέρασε μέσα στην αδιάφορη ησυχία που συναντάς συνήθως στα μαγαζιά που ξεπουλάνε επειδή κλείνουν.
«Κάτι δυσοίωνο θα σκάσει σύντομα», θα μου έλεγε ο Τζιμ.
Δεν είχα σχέδια για το καλοκαίρι, παρά μόνο να δουλέψω μαζί με τους γονείς μου στο Στέκι του Καπετάνιου.
Το Στέκι του Καπετάνιου –σκέτο Στέκι το λένε οι ντόπιοι– είναι το παραλιακό καφέ και παγωτατζίδικο της οικογένειάς μου, στο Γουότς Χιλ, το μικρό παραθαλάσσιο χωριό όπου μεγάλωσα, στο Ροντ Άιλαντ.
Γουότς Χιλ, Ροντ Άιλαντ. Πληθυσμός: Γνωρίζεις τους Πάντες.
Ο προπάππος μου, ο Μπερν Χάρτλεϊ, άνοιξε το μαγαζί το 1885, όταν το Γουότς Χιλ ήταν ακόμη ένα χωριουδάκι στη βραχώδη ακτή όπου οι καπετάνιοι των φαλαινοθηρικών έρχονταν για να πατήσουν λίγο στη στεριά και να αγκαλιάσουν τα παιδιά τους για πρώτη φορά, πριν μπαρκάρουν ξανά με προορισμό Άγνωστα Μέρη του Ατλαντικού. Πάνω από την είσοδο κρεμόταν κορνιζαρισμένο ένα πορτρέτο του παππού ζωγραφισμένο με μολύβι, που τον έδειχνε με το αγριεμένο βλέμμα μεγαλοφυούς συγγραφέα άλλων εποχών ή εξερευνητή που γύρισε τον κόσμο και άφησε τα κόκαλά του στην Αρκτική. Εντούτοις, η αλήθεια είναι πως ήξερε ελάχιστα γράμματα, προτιμούσε τα οικεία πρόσωπα από τα άγνωστα και τη στεριά από τη θάλασσα. Το μόνο κατόρθωμα της ζωής του ήταν το μικρό μας εστιατόριο δίπλα στην αποβάθρα και η τελειοποίηση της συνταγής για την καλύτερη ψαρόσουπα με θαλασσινά στον κόσμο.
Όλο το καλοκαίρι σερβίριζα παγωτά σε ηλιοκαμένους εφήβους με σαγιονάρες και παστέλ φούτερ. Έρχονταν κι έφευγαν σε μεγάλες ζωηρές παρέες, σαν κοπάδια από ψαράκια. Έφτιαχνα τσίζμπεργκερ και σάντουιτς με τόνο, λαχανοσαλάτες και μίλκσεϊκ. Σκούπιζα την άμμο από τα ασπρόμαυρα πλακάκια του δαπέδου. Μάζευα και πετούσα χαρτοπετσέτες, συσκευασίες για κέτσαπ και αλάτι, βραχιολάκια με το σύνθημα «έχω περάσει τα 21», χάρτινα ποτήρια από αναψυκτικά, διαφημιστικά φυλλάδια για βόλτες με ψάρεμα στα βαθιά με βάρκα. Έβαζα τα ξεχασμένα κινητά δίπλα στο ταμείο για να τα βρίσκουν εύκολα οι ιδιοκτήτες τους όταν έμπαιναν μέσα πανικόβλητοι: «Έχασα το… Ω!... Σ' ευχαριστώ, είσαι η πρώτη!». Μάζευα τα σκισμένα μπλε εισιτήρια για το καρουζέλ του 1893, που βρισκόταν λίγο παρακάτω, στην παραλία, το οποίο αντί για αλογάκια είχε ξεθωριασμένες γοργόνες χωρίς πρόσωπο. Το σημαντικότερο γεγονός στην ιστορία του Γουότς Χιλ ήταν ότι η Έλινορ Ρούζβελτ είχε φωτογραφηθεί εκεί, να ιππεύει –καθισμένη γυναικεία– μία κοκκινομάλλα γοργόνα με τιρκουάζ ουρά. (Ήταν το αστείο της πόλης, πόσο εκτός τόπου φαινόταν στη φωτογραφία, πόσο άβολα πρέπει να αισθανόταν θαμμένη ζωντανή κάτω από αλλεπάλληλα μισοφόρια και τα βολάν της φούστας της.)
Καθάριζα τους σκουπιδοτενεκέδες από τη σάλτσα μπάρμπεκιου, τα τραπέζια από τα λιωμένα Παγωτά Τουρλού (το Παγωτό Τουρλού ήταν το αγαπημένο όλων των παιδιών, ένας πολτός από παγωτό με μπισκότα, καρύδια, γκλάσο και κομματάκια σοκολάτα υγείας). Καθάριζα και απολύμαινα τις βιτρίνες, τους πάγκους και τα πόμολα. Έτριβα το θαλασσινό αλάτι από τα μύδια και τα στρείδια, γυαλίζοντας το καθένα χωριστά, σαν έμπορος πολύτιμων λίθων που επιθεωρεί με πάθος τα σμαράγδια του. Τις περισσότερες μέρες σηκωνόμουν στις πέντε το πρωί και πήγαινα με τον μπαμπά να διαλέξουμε τα θαλασσινά της ημέρας όταν έφταναν οι ψαρόβαρκες, κι εξέταζα καβουροπόδαρα και καλκάνια, στρείδια και λαβράκια, χαϊδεύοντας ποδαράκια και δαγκάνες που σάλευαν, όστρακα και ιριδίζουσες κοιλιές. Σκαρφιζόμουν στίχους για το σάουντρακ μιας ανύπαρκτης ταινίας που λεγόταν Η Μεγάλη Ληστεία της Λόλα Άντερσον, γράφοντας λέξεις και ρίμες, σκιτσάροντας πρόσωπα και χέρια πάνω σε χαρτοπετσέτες και διαφημιστικούς καταλόγους· ύστερα, τα πετούσα στα σκουπίδια πριν τα δει κανείς. Άρχισα να πηγαίνω σε μια ομάδα για τη διαχείριση του πένθους σε εφήβους, στο Κέντρο της Κοινότητας του Νορθ Στόνινγκτον. Στην ομάδα υπήρχε άλλο ένα παιδί μόνο, ένα σιωπηλό αγόρι ονόματι Τερκς που είχε χάσει τον πατέρα του από αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση. Ύστερα από δύο συνεδρίες δεν ξανάρθε και με άφησε μόνη με τη σύμβουλο, μια νευρική γυναίκα ονόματι Ντεμπ, η οποία φορούσε κοστούμια και κουβαλούσε ένα βιβλίο σαν τούβλο με τίτλο Η Διαχείριση της Θλίψης στους Εφήβους.
« Σκοπός της άσκησης είναι να δημιουργήσετε μια θετική εικόνα της χαμένης σχέσης
», διάβασε από το κεφάλαιο εφτά και μου έδωσε ένα φύλλο χαρτί για να συντάξω ένα Αποχαιρετιστήριο Γράμμα. «Σε αυτή τη σελίδα, γράψτε ένα σημείωμα στο αγαπημένο πρόσωπο που χάσατε, περιγράφοντας λεπτομερώς τις πιο γλυκές αναμνήσεις, τις ελπίδες σας και τυχόν τελευταίες ερωτήσεις που θα θέλατε να του κάνετε».
Κι έφυγε πετώντας στο θρανίο μου ένα μασημένο στιλό που έγραφε «Θέρετρο Ταμπίγκο Άιλαντ». Ύστερα την άκουσα να μιλάει στο τηλέφωνο που υπήρχε στον διάδρομο, διαπληκτιζόμενη με κάποιον Μπάρι, τον οποίο ρωτούσε γιατί δεν είχε γυρίσει στο σπίτι το προηγούμενο βράδυ.
Σχεδίασα στη σελίδα για το Αποχαιρετιστήριο Γράμμα ένα γεράκι που έκρωζε, μαζί με στίχους για ένα ανύπαρκτο γιαπωνέζικο καρτούν με θέμα μια ξεχασμένη σκέψη και τίτλο Χαμένη σ' ένα Κεφάλι.
Ύστερα έφυγα κρυφά από την έξοδο κινδύνου και δεν ξαναγύρισα.
Μάθαινα στον Συφοριασμένο Σαμ (έναν απίστευτα πληκτικό έφηβο από την Αγγλία που είχε έρθει να επισκεφτεί τον Αμερικανό πατέρα του) πώς να φτιάχνει κροκέτες με στρείδια και το πιο τέλειο ψημένο τυρί. Το γκριλ στη μεσαία σκάλα, βούτυρο, τέσσερα λεπτά κάθε πλευρά, έξι φέτες κίτρινο τσένταρ του Βερμόντ και δύο φέτες μαλακό αγελαδινό φοντίνα. Την 4η Ιουλίου, ο Σαμ με κάλεσε στο πάρτι που έκανε ο φίλος ενός φίλου του. Προς μεγάλη του έκπληξη, πήγα τελικά. Στεκόμουν δίπλα σε μια επιδαπέδια λάμπα κρατώντας μια χλιαρή μπίρα και τον άκουγα να μιλάει για μαθήματα κιθάρας και για τον Ζακ Γαλιφιανάκη, προσπαθώντας να βρω την κατάλληλη στιγμή να το σκάσω.
«Αυτή, παρεμπιπτόντως, είναι η Μπι», με σύστησε ο Συφοριασμένος Σαμ. «Και μιλάει πράγματι, μα τον Θεό».
Δεν ανέφερα σε κανέναν το μήνυμα της Γουίτλι, αν και το είχα συνέχεια στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
Στην απόφαση βοήθησε το καινούριο πανάκριβο φόρεμα που είχα αγοράσει αλλά δεν είχα βγάλει καν από τη σακούλα. Το είχα αφήσει στο πίσω μέρος της ντουλάπας μου, διπλωμένο σε λεπτό χαρτί, μαζί με την απόδειξη και με τα καρτελάκια του, αφού σκόπευα να το επιστρέψω.
Εντούτοις, υπήρχε ακόμα μία απειροελάχιστη πιθανότητα να βρω το κουράγιο να το φορέσω.
Ήξερα την ημερομηνία των γενεθλίων της σαν να ήταν τα δικά μου: 30 Αυγούστου.
Ήταν Παρασκευή. Το μεγάλο γεγονός της ημέρας ήταν η εμφάνιση ενός αδέσποτου σκύλου που τριγύριζε στην Κεντρική Οδό. Χωρίς περιλαίμιο, με τη βασανισμένη όψη αιχμαλώτου πολέμου. Ήταν γκρίζος, μαλλιαρός και τρόμαζε κάθε φορά που κάποιος δοκίμαζε να τον χαϊδέψει. Ένα κορνάρισμα τον έκανε να κρυφτεί στους κάδους των σκουπιδιών πίσω από το Στέκι του Καπετάνιου.
«Βλέπετε την αμμώδη κίτρινη λάσπη στα πίσω πόδια του; Είναι από τη δυτική πλευρά του Νίκιμπογκ Κρικ», ανακοίνωσε ο αστυνόμος Λοκ, ενθουσιασμένος που του είχε τύχει ένα μυστήριο – το πρώτο του εκείνη τη χρονιά.
Ο αδέσποτος σκύλος ήταν το κύριο θέμα συζήτησης της ημέρας – τι να τον έκαναν, από πού είχε έρθει. Πολύ αργότερα, έπιασα το μυαλό μου να γυρίζει σ' εκείνο το σκυλί που εμφανίστηκε στην πόλη τελείως στα ξαφνικά. Αναρωτιόμουν αν ήταν κάποιο σημάδι, μια προειδοποίηση ότι κάτι τρομερό θα συνέβαινε, ότι δεν έπρεπε να ακολουθήσω το πολυπαινεμένο και μυστηριώδες Άγνωστο Μονοπάτι, αλλά την πεπατημένη, τον φαρδύ και καλοφωτισμένο δρόμο που ήξερα.
Αλλά τότε πια ήταν αργά. Ο ήλιος είχε δύσει. Ο Συφοριασμένος Σαμ είχε φύγει. Είχα αναποδογυρίσει πια τις καρέκλες του καφέ πάνω στα τραπέζια. Είχα βγάλει έξω τα σκουπίδια. Και άλλωστε, αυτό αντιβαίνει στην ανθρώπινη φύση. Κανείς δεν δίνει σημασία στο προειδοποιητικό σημάδι που εμφανίζεται.
Η μαμά και ο μπαμπάς μου υπέθεταν ότι θα πήγαινα μαζί τους στον κινηματογράφο Ντρίμλαντ, στο Γουέστερλι, για τον μαραθώνιο αμερικάνικης κωμωδίας, όπως έκανα κάθε Παρασκευή.
«Ξέρετε, έχω κανονίσει κάτι για απόψε», είπα.
Ο μπαμπάς μου ενθουσιάστηκε. «Αλήθεια, Μελισσάκι; Υπέροχα!»
«Θα πάω με το αμάξι στο Γουίνκροφτ».
Βουβάθηκαν κι οι δυο. Η μαμά, έχοντας μόλις γυρίσει την επιγραφή «Κλειστόν» στη βιτρίνα, στράφηκε προς το μέρος μου. Τυλίχτηκε σφιχτά στη ζακέτα της τρέμοντας, παρότι έξω είχε 24 βαθμούς.
«Από πότε το έχεις κανονίσει αυτό;» ρώτησε.
«Δεν είναι πολλές μέρες. Θα προσέχω. Θα γυρίσω το αργότερο τα μεσάνυχτα. Θα μαζευτούν εκεί για τα γενέθλια της Γουίτλι. Νομίζω ότι θα μου κάνει καλό να τους δω».
«Μεγάλη διαδρομή για να οδηγήσεις μες στο σκοτάδι», σχολίασε ο μπαμπάς.
Η μαμά έμοιαζε λες και της είχαν ανακοινώσει ότι μου απέμεναν έξι βδομάδες ζωής. Καμιά φορά, όταν ταραζόταν πολύ, άρχιζε να μασάει μια φανταστική τσίχλα. Αυτό έκανε και τώρα.
«Μέρος της διαδικασίας διαχείρισης του πένθους είναι η αντιμετώπιση του παρελθόντος», είπα.
«Δεν είναι αυτό το θέμα. Εγώ...»
«Εντάξει, Βικτόρια». Ο μπαμπάς έβαλε το χέρι του στον ώμο της.
«Μα ο δόκτωρ Κουέντιν είπε να μην εκτίθεσαι σε αγχώδεις καταστάσεις που…»
«Έχουμε διαπιστώσει ότι ο δόκτωρ Κουέντιν είναι ηλίθιος», είπα.
«Ο δόκτωρ Κουέντιν είναι όντως ηλίθιος», είπε ο μπαμπάς, κουνώντας θλιμμένα το κεφάλι του. «Και μόνο το γεγονός ότι το όνομά του θυμίζει τη φυλακή Σαν Κουέντιν είναι αρκετό».
«Το ξέρετε ότι δεν μ' αρέσει όταν οι δυο σας συνασπίζεστε εναντίον μου», είπε η μαμά μου.
Εκείνη τη στιγμή, κάποιος –ένας κοκκινομούρης τουρίστας με συνθετική βερμούδα, ο οποίος είχε πιει παραπάνω μπίρες στου Ο’Μάλιγκαν– προσπάθησε ν’ ανοίξει την πόρτα.
«Είμαστε κλειστά», τον αποπήρε η μαμά μου.
Έτσι βρέθηκα να οδηγώ το παμπάλαιο πράσινο Dodge RAM του μπαμπά, με την ασθματική εξάτμιση, τα ογδόντα χιλιόμετρα της απότομης ακτογραμμής του Ροντ Άιλαντ.
Γουίνκροφτ.
Το όνομα έμοιαζε βγαλμένο από κάποιο ανεμοδαρμένο μυθιστόρημα, γεμάτο φαντάσματα και τρελούς. Η έπαυλη ήταν ένα άναρχο κτίσμα από κόκκινα τούβλα, πυργίσκους, κήπους και τερατόμορφες υδρορροές που παρίσταναν κοράκια. Την είχε χτίσει τη δεκαετία του 1930 ένας διάσημος Επαγγελματίας Λευκός Κυνηγός, ο οποίος υποτίθεται ότι ήταν φίλος του Χέμινγουεϊ και του Λόρενς της Αραβίας. Ταξίδευε στην υφήλιο σκοτώνοντας πανέμορφα πλάσματα, και έτσι το Γουίνκροφτ, η παραθαλάσσια κατοικία του, είχε κατοικηθεί λίγες βδομάδες μόνο μέσα σε εξήντα χρόνια. Ο παράξενος δεύτερος πρώην πατριός της Γουίτλι, ο Μπαρτ –γνωστός ως Ε.Σ.Σ. Μπαρτ–, την αγόρασε όταν βγήκε στο σφυρί στη δεκαετία του 1980 και ανακαίνισε το εσωτερικό εκ βάθρων, στο αποτυχημένο στιλ που η Γουίτλι αποκαλούσε «όταν η Μαντόνα ξέρασε πάνω στη Σίντι Λόπερ».
Εντούτοις, δεν ήταν ασυνήθιστο να ανοίξεις μια σιφονιέρα στη σοφίτα ή ένα μουχλιασμένο ταξιδιωτικό μπαούλο και να βρεις φωτογραφίες αγνώστων που κρατούσαν καραμπίνες και φορούσαν γούνες αλεπούς, ή κάτι περίεργα ταριχευμένα ζωάκια– ένα κουνάβι, έναν κόκκινο βάτραχο ή κάποιο τρωκτικό άγνωστου είδους. Αυτό έδινε σε κάθε επίσκεψη στο Γουίνκροφτ την αίσθηση πως βρισκόμαστε σε μυστηριώδη αρχαιολογική αποστολή, λες και παντού τριγύρω μας, κάτω από πατώματα, μέσα σε τοίχους και ταβάνια, ένας χαμένος πολιτισμός περίμενε να τον φέρουμε στο φως.
«Είμαστε τα σκουπίδια μας», είπε κάποτε ο Τζιμ, βγάζοντας μία ταριχευμένη σαύρα από ένα κουτί παπουτσιών.
Αφήνοντας την εθνική, ο δρόμος ως εκεί ήταν όλο στροφές που έφερναν ζαλάδα, λες και προσπαθούσε να σε κάνει να αλλάξεις γνώμη. Η ακτή του Ροντ Άιλαντ –όχι η διαβόητα συντηρητική πλευρά του Νιούπορτ, με τους απότομους γκρεμούς και τις κολοσσιαίες επαύλεις που κοιτούν αυτάρεσκα και αλαζονικά τα μικρά ιστιοφόρα που δίνουν ζωή στο λιμάνι, αλλά η υπόλοιπη– ήταν τραχιά, με συχνές κατολισθήσεις, χαλαρή και ηλιοκαμένη. Θύμιζε γέρο κι άστεγο ρακοσυλλέκτη με ξεθωριασμένο μπλουζάκι, ο οποίος δεν μπορεί να θυμηθεί πού κοιμήθηκε την προηγούμενη νύχτα. Το χορτάρι ήταν σκληρό και παραμελημένο, οι δρόμοι κακοτράχαλοι και με λακκούβες, στους οποίους ξεφύτρωναν ξεθωριασμένες πινακίδες και ελαττωματικά φανάρια. Γέφυρες πάλευαν να βγουν από τα έλη πριν καταρρεύσουν, εξουθενωμένες, στην άλλη μεριά του δρόμου.
Είχα ακόμη τους αριθμούς των τηλεφώνων τους, αλλά δεν ήθελα να τηλεφωνήσω. Δεν ήξερα καν αν θα ήταν εκεί. Μετά από τόσους μήνες, τα σχέδιά τους μπορεί να είχαν αλλάξει. Ίσως να χτυπούσα την πόρτα και, αντί για τη Γουίτλι, να μου άνοιγε ο δεύτερος πρώην πατριός της, ο Ε.Σ.Σ. Μπαρτ. Ο Μπαρτ με τα πολύ μακριά, γκρίζα σγουρά μαλλιά του· ο Μπαρτ ο οποίος πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια είχε γράψει ένα τραγούδι υποψήφιο για Όσκαρ, για μια τραγική ιστορία αγάπης με πρωταγωνιστή τον Ράιαν Ο’Νιλ. Ή μπορεί να ήταν όλοι τους εκεί. Ίσως ήθελα να δω την έκφρασή τους όταν θα με πρωτοαντίκριζαν, μια έκφραση που δεν θα είχαν προβάρει.
Από την άλλη, αφού δεν ήξεραν ότι πήγαινα, θα μπορούσα κάλλιστα να κάνω αναστροφή και να γυρίσω πίσω. Προλάβαινα ακόμη να συναντήσω τους γονείς μου στο Ντρίμλαντ, για να δούμε το His Girl Friday,³ και μετά να πάμε στο Σέικνταουν για καβουροκροκέτες και στρείδια. Θα χαιρετούσα τον ιδιοκτήτη, τον Άρτι, προσποιούμενη ότι δεν τον είχα ακούσει να ψιθυρίζει στον πατέρα μου «η Μπι συνήλθε τελικά», σαν να ήμουν τραυματισμένο άλογο κούρσας που αποφάσισαν να μην του κάνουν ευθανασία. Όχι ότι έφταιγε ο Άρτι· ήταν η φυσική αντίδραση του κόσμου όταν μάθαινε τι είχε συμβεί: το αγόρι μου, ο Τζιμ, είχε πεθάνει στο τελευταίο έτος του προπαρασκευαστικού⁴.
Ο Αιφνίδιος Θάνατος του Μεγάλου Έρωτα της Ζωής Σου δεν είναι απ' αυτά που περιμένεις να σου συμβούν στην εφηβεία. Εντούτοις, αν σου συνέβαινε, θα ήταν εξυπηρετικό να οφείλεται σ' έναν από τους Τρεις Κατανοητούς Λόγους για να Πεθάνεις Νέος: (Α) Τροχαίο. (Β) Καρκίνος. (Γ) Αυτοκτονία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αφού διάλεγες την κατάλληλη περίπτωση, ο πιο κοντινός ενήλικας μπορούσε πάραυτα να σου στρέψει την προσοχή σ' ένα είδος ταινιών (σε πολλές από τις οποίες πρωταγωνιστούσε ο Τίμοθι Χάτον) και σε βιβλία αυτοβοήθειας, προκειμένου να αντεπεξέλθεις.
Τι γίνεται όμως όταν ο θάνατος του αγοριού σου παραμένει ανεξιχνίαστος και εσύ μένεις με το βλέμμα καρφωμένο στη μαύρη τρύπα των ενοχών και στο άγνωστο;
Δεν υπάρχει ταινία ή βιβλίο αυτοβοήθειας στον κόσμο για να σε βοηθήσει σ' αυτό.
Εκτός ίσως από τον Εξορκιστή.
Αν δεν εμφανιζόμουν απόψε, οι παλιοί μου φίλοι θα πήγαιναν και θα γύριζαν από το Γουίνκροφτ, και αυτό θα ήταν όλο. Η απουσία μου θα ήταν σαν το τελευταίο σπρώξιμο του μικρού ιστιοφόρου που είχα όταν ήμουν παιδί, εκείνη την καθοριστική ώθηση που θα το έστελνε τελικά στη μέση της λίμνης, μακριά από την ακτή, απρόσιτο για πάντα.
Τότε όμως δεν θα μάθαινα ποτέ τι είχε συμβεί στον Τζιμ.
Συνέχισα την πορεία μου.
Ο γεμάτος στροφές δρόμος έμοιαζε να με παροτρύνει να συνεχίσω. Προσπέρασα γρήγορα τις κιτρινισμένες οξιές· μια γέφυρα· την ξαφνική, εκθαμβωτική θέα ενός λιμανιού όπου ψηλά λευκά ιστιοφόρα συνωστίζονταν σαν κοπάδι μονόκερων που έτρωγαν πλουσιοπάροχα πριν εξαφανιστούν. Ήταν απίστευτο πόσο εύκολα θυμήθηκα τη διαδρομή: αριστερά από την Έξον, δεξιά στο Ελμ, δεξιά στην πινακίδα του stop όπου έπαιζες ζάρια με τον θάνατο, σαραβαλιασμένα τροχόσπιτα με την μπουγάδα απλωμένη σε σκοινιά και ξεφούσκωτα λάστιχα. Μετά, τα δέντρα υποχωρούσαν από σεβασμό στο πιο όμορφο σημείο του ορίζοντα, εκεί όπου ο ουρανός φιλάει τη θάλασσα, που βάφεται πάντοτε πορτοκαλιά και ρόδινη το δειλινό.
Και να την μπροστά μου. Η τεράστια πύλη από σφυρήλατο σίδηρο, με το οικόσημο Γ. Ήταν ανοιχτή. Τα φώτα αναμμένα.
Πήρα τη στροφή και γκάζωσα. Οι βελανιδιές άπλωναν τα κλαδιά τους δίπλα μου σαν κορδέλες που λύθηκαν από αλογοουρά, ο άνεμος ούρλιαζε από τα ανοιχτά παράθυρα. Άλλη μια στροφή και είδα την έπαυλη, τα παράθυρα ανοιχτά και φωτισμένα, το ογκώδες κτίσμα από κόκκινα τούβλα και σχιστόλιθο, τις τερατόμορφες υδρορροές με τη μορφή κορακιών κουρνιασμένων για πάντα στην οροφή. Σταματώντας, σχεδόν έβαλα τα γέλια βλέποντας τα τέσσερα αυτοκίνητα παρκαρισμένα εκεί, το ένα δίπλα στο άλλο. Δεν αναγνώρισα κανένα, εκτός από το Honda Accord της Μάρθα, με το αυτοκόλλητο στον προφυλακτήρα «κορνάρισε αν συμφωνείς με τη γενική θεωρία της σχετικότητας». Αν χρειαζόταν, με λίγη προσπάθεια θα ζευγάρωνα τα υπόλοιπα αυτοκίνητα με τους ιδιοκτήτες τους.
Είχα αλλάξει πάρα πολύ. Βλέποντας τα αμάξια τους, καταλάβαινα ότι εκείνοι δεν είχαν αλλάξει καθόλου.
Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη του αυτοκινήτου και αμέσως με έπιασε τρόμος: πρόχειρη αλογοουρά, σκασμένα χείλη, μέτωπο που γυάλιζε. Έμοιαζα λες και είχα μόλις τρέξει στον μαραθώνιο και είχα τερματίσει τελευταία. Ταμπονάρισα το πρόσωπό μου μ’ ένα ρολό χαρτί κουζίνας που είχε ο μπαμπάς μου στο αυτοκίνητο, τσίμπησα τα μάγουλά μου, μάζεψα τις ατίθασες τούφες των σκούρων καστανών μαλλιών μου πίσω από τα αφτιά. Στη συνέχεια ανέβηκα τρέχοντας τα πέτρινα σκαλοπάτια και χτύπησα το μπρούντζινο ρόπτρο με μορφή λιονταριού. Τίποτα δεν συνέβη. Χτύπησα το κουδούνι, μία, δύο, τρεις φορές, με μια τρελή, ανισόρροπη χειρονομία, επειδή ήξερα ότι, αν δίσταζα, θα έχανα το κουράγιο μου. Θα βούλιαζα, σαν χαμένη μπότα πιασμένη σε παγίδα για αστακούς, κατευθείαν στον βυθό της θάλασσας.
Η πόρτα άνοιξε.
Στο άνοιγμα στεκόταν ο Κίπλινγκ. Φορούσε ροζ περούκα καρέ ως το σαγόνι, μπλε μπλουζάκι πόλο, βερμούδα και σαγιονάρες. Ήταν πολύ ηλιοκαμένος και μασούσε έναν κόκκινο αναδευτήρα για ποτά, ο οποίος του έπεσε από το στόμα όταν με είδε.
«Κύριε των δυνάμεων, ρίξε τον κεραυνό σου να με κάψεις», είπε με τη συρτή προφορά των μαύρων στις φυτείες.
¹ Σύνδρομο Τουρέτ (Tourette syndrome): νευρολογική πάθηση που εκδηλώνεται, εκτός των άλλων, με τικ και τάση βωμολοχίας. (Σ.τ.Μ.)
² Η ηρωίδα ονομάζεται Μπίατρις, οι δικοί της τη φωνάζουν Μπι (Bee) και Μπάμπλμπι (Bumblebee), που σημαίνει μελισσούλα ή μελισσάκι. (Σ.τ.Μ.)
³ Η ταινία παίχτηκε στην Ελλάδα με τον αποτυχημένο, κατά τη γνώμη μου, τίτλο Ξαναπαντρεύομαι τη Γυναίκα μου. Είναι ρομαντική κωμωδία του 1940, γυρισμένη από τον Χάουαρντ Χοκς, με τον Κάρι Γκραντ και τη Ρόζαλιντ Ράσελ. (Σ.τ.Μ.)
⁴ Υπάρχει ένα σχολείο που λέγεται Ντάροου, στη Μασαχουσέτη, το οποίο μάλλον έχει χρησιμοποιήσει η συγγραφέας ως πρότυπο του σχολείου που πηγαίνουν οι ήρωες του βιβλίου. Πρόκειται για ιδιωτικό οικοτροφείο, που έχει τμήμα πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και τμήμα προπαρασκευαστικό για το κολέγιο. (Σ.τ.Μ.)
2
Στην αληθινή ζωή δεν είναι εύκολο να κάνεις εντυπωσιακή είσοδο. Ή τουλάχιστον, όπως εσύ τη θέλεις.
Θέλεις κάτι μεταξύ μεξικάνικης σαπουνόπερας (κραυγές, ξαναμμένα πρόσωπα, μάσκαρα να τρέχει) και μιας σκηνής από κείνες που χαρίζουν τα Όσκαρ στη Μέριλ Στριπ (σπαρταριστοί διάλογοι, αγκαλιές, όλος ο κόσμος ενώνεται και τραγουδά με μια ψυχή).
Αντ' αυτού, εκείνοι έδειχναν αμήχανοι.
Η ξαφνική μου εμφάνιση στο Γουίνκροφτ ήταν τορπίλη με λάθος στόχευση. Είχα αποτύχει και τώρα περιπλανιόμουν άσκοπα, κουβαλώντας το εκρηκτικό φορτίο αλλά χωρίς διαθέσιμο στόχο. Έτσι όπως στεκόμουν στον προθάλαμο κάτω από τον πολυέλαιο, με το τζιν σορτσάκι, τα αθλητικά μου, το μακό με λεκέδες από Παγωτό Τουρλού, απέναντι σ' αυτά τα φρεσκομπανιαρισμένα και γκλαμουράτα άτομα, ένιωσα γελοία. Δεν έπρεπε να έχω πάει.
Ετοιμάζονταν για μία sold-out πανκ συναυλία στο Έιμπλ Σίμαν, ένα παραθαλάσσιο κακόφημο μπαρ στο Νιούπορτ, όπου είχαμε περάσει πολλά Σαββατόβραδα στην τελευταία τάξη του προπαρασκευαστικού, με ψεύτικες ταυτότητες και άδεια διανυκτέρευσης από τη φοιτητική εστία. Με χαιρέτησαν, ενώ συγχρόνως ετοιμάζονταν να φύγουν. Είχα την απαίσια αίσθηση ότι με αντιμετώπιζαν αφηρημένοι, με μηχανικές φράσεις κλισέ.
Στην αρχή ο Κιπ με αγκάλιασε. Μετά με περιεργάστηκε ευγενικά, σαν να παρακολουθούσε ξενάγηση σε μουσείο κι εγώ ήμουν ένας ασήμαντος μικρός πίνακας ζωγραφικής για τον οποίο ο ξεναγός φλυαρούσε ακατάπαυστα.
Η Γουίτλι ήρθε τρέχοντας.
«Χριστέ μου, Μπίατρις». Με φίλησε στον αέρα. «Ήρθες τελικά. Ουάου».
Ήταν ακόμα πιο εκνευριστικά όμορφη απ’ ό,τι θυμόμουν: τζιν μπότες ως πάνω από το γόνατο με ψηλό τακούνι, χαχόλικο φούτερ με ένα στόμα από πούλιες στο μπροστινό μέρος, μαύρο σορτσάκι ξεφτισμένο, μοσχοβολούσε δέρμα και γαρδένια. Όπως πάντοτε, με εντυπωσίασε η εμφάνισή της που θύμιζε διαφήμιση περιοδικού, αλλά την ίδια στιγμή δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι ήταν κάποτε η καλύτερή μου φίλη. Αμέτρητα βράδια, όταν ήμαστε στη Σχολή Ντάροου-Χάρκερ, στο Γουόρικ του Ροντ Άιλαντ –έδρα του Κολεγίου Κρουσέιντ– μέναμε ξύπνιες μετά την καθορισμένη ώρα ύπνου, με μάγουλα πουά από την κρέμα κατά της ακμής και μάλλινα καλτσάκια. Της είχα πει πράγματα που δεν είχα πει σε κανέναν άλλο. Τώρα όλα αυτά έμοιαζαν με παράταιρη σκηνή, μονταρισμένη από άλλη ταινία.
«Τι κάνεις, Μπι;» με ρώτησε, σφίγγοντας τα χέρια μου.
«Καλά».
«Μου έκανες την καλύτερη έκπληξη. Δηλαδή, θα μπορούσα… είμαι... ω, γαμώτο. Πρέπει να μαζέψουμε τα μαξιλάρια από το αίθριο. Λένε ότι θα βρέξει, ε;» Και έφυγε τρέχοντας, με τα μακριά ξανθά μαλλιά να ανεμίζουν στην πλάτη της. «Είχε δίκιο ο Κιπ!» φώναξε καθώς χανόταν στην κουζίνα. «Έλεγε ότι θα εμφανιστείς στο άσχετο, σαν ηρωίδα που όλοι νομίζουν ότι είναι νεκρή σε ταινία που πρωταγωνιστεί ο Τζέικ Τζίλενχαλ, αλλά εμείς του λέγαμε ότι είναι παλαβός. Νόμιζα ότι θα προτιμούσες να πεθάνεις παρά να ξαναδείς κάποιον από μας. Τώρα του χρωστάω, εεε… πενήντα δολάρια».
«Ένα κατοστάρικο», τη διόρθωσε ο Κιπ, σηκώνοντας ένα δάχτυλο. «Μην τολμήσεις να κάνεις πίσω. Ένα από τα χειρότερα χαρακτηριστικά σου, Λάνσινγκ, είναι ότι γράφεις τα χρέη στα παλιά σου τα παπούτσια».
«Τι; Αχ, για περίμενε λίγο. Πρέπει να δώσουμε στον Γκάνταλφ το Prozac του, αλλιώς θα κατουρήσει παντού».
«Ο Γκάνταλφ έχει κατάθλιψη», μου εξήγησε ο Κιπ, κουνώντας αποδοκιμαστικά το κεφάλι του. «Επιπλέον, πάσχει από το σύνδρομο πολλαπλών προσωπικοτήτων. Ένας γερμανικός μολοσσός που νομίζει ότι είναι σκυλάκι του καναπέ».
«Τον ξέρω τον Γκάνταλφ», του θύμισα αδύναμα.
«Μπίατρις». Ο Κάνον κατέβαινε τρέχοντας τη σκάλα, ξυπόλυτος, μ’ ένα ζευγάρι αθλητικά Puma στο χέρι. Φτάνοντας στη βάση της σκάλας, σταμάτησε και με περιεργάστηκε μ’ ένα φιλικό χαμόγελο. «Δεν το πιστεύω. Η Αδελφή Μπι με σάρκα και οστά. Τι κάνει ο Θεός, όλα καλά;»
«Τι αστείο».
Κι αυτός έδειχνε διαφορετικός. Φορούσε φυσικά το γνωστό γκρίζο φούτερ με κουκούλα που συνηθίζουν όλοι οι χάκερ, μόνο που δεν ήταν ξεχειλωμένο και γεμάτο πορτοκαλιά ψίχουλα από τα αγαπημένα του κρακεράκια, όπως τότε που το φορούσε δυο βδομάδες σερί στην παγωμένη υπόγεια αίθουσα πληροφορικής στο Ντάροου. Τώρα το φούτερ ήταν κασμιρένιο. Ο Κάνον είχε γίνει σχετικά διάσημος όταν, στη δευτέρα λυκείου, ανακάλυψε ένα ελάττωμα στο λειτουργικό σύστημα OS X της Apple: όταν χτυπούσες κατά λάθος κάποια συγκεκριμένα πλήκτρα, η οθόνη πάγωνε και στην επιφάνεια εργασίας εμφανιζόταν μια σουρεαλιστική χειμωνιάτικη παραλλαγή της ταπετσαρίας της Apple που είναι γνωστή ως Γαλάζια Λίμνη⁵. Βάφτισε το ελάττωμα «Το Κλουβί του Κάνον», και έτσι βρέθηκε στα πρωτοσέλιδα ενός εκατομμυρίου μπλογκ της Σίλικον Βάλεϊ. Τα τελευταία νέα του ήταν ότι σπούδαζε πληροφορική στο Στάνφορντ.
Πήδηξε τα τελευταία σκαλοπάτια και με αγκάλιασε. Μύριζε μια ακριβή γήινη κολόνια με νότες ξύλου.
«Πώς πάει το κολέγιο; Τι κάνουν οι γονείς σου; Έχουν ακόμη εκείνο το μικρό παγωτατζίδικο;»
«Βέβαια».
Με κοίταζε με έκφραση διερευνητική και ανεξιχνίαστη. «Το λατρεύω εκείνο το μαγαζάκι».
«Γεια σου, Μπι», ακούστηκε μια σοβαρή και νηφάλια φωνή.
Γυρίζοντας, είδα τη Μάρθα. Με κοίταζε μισοκλείνοντας τα μάτια πίσω από τα χοντρά γυαλιά του τρελού επιστήμονα, που της έδιναν το βλέμμα του παντογνώστη που σε κοιτάζει από απόσταση – για το οποίο ήταν διάσημη, άλλωστε. Είχε αντικαταστήσει το χακί παντελόνι και τα πουκάμισα με
